Log in
updated 6:41 PM CST, Feb 21, 2018
Ροή ειδήσεων :

Η ποιητική συνάντηση της Ελληνικής με την Πομακική: Σκέψεις με αφορμή το έργο του Σεμπαϊδήν Καραχότζα με τίτλο «Μεταφράσεις ελληνικής και αγγλικής ποίησης στην πομακική γλώσσα»

The poetic encounter of Greek with Pomak: Reflections based on Sebaydín Karahója’s work titled “Metafráseis ellīnikîs poíīsīs stīn pomakikî glôssa [Greek and English poetry translated into Pomak]”

Παναγιώτης Γ. Κριμπάς

Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Abstract

This article discusses, from the viewpoint of translation studies, Sebaydín Karahója’s work titled “Metafráseis ellīnikîs poíīsīs stīn pomakikî glôssa [Greek and English poetry translated into Pomak]”, published this year (2017) in Xanthi by Politistikós Sýllogos Pomákōn N. Xánthīs [Cultural Association of Xanthi Prefecture Pomaks] and containing translated poetry of twenty seven (27) significant Greek poets and one translated excerpt from W. Shakespeare’s masterpiece “Hamlet”. In particular, S. Karahója’s translations are discussed and evaluated on the basis of criteria for the evaluation of translated poetry that have been long proposed by Connolly (1997: 44–45). The discussion shows that, in spite of any translation issues arising in connection with language pairs comprising languages drawing (at least partly) on different cultural traditions and involving at least one lesser-used language (indeed one with a minimal and quite recent written tradition), S. Karahója’s translations are positively evaluated and can quite well serve as a first step towards a wider production of literary and other translations into the Pomak language.

Keywords: Greek poetry, literary translation, poetry, Pomak language, Pomaks, translation of poetry

Περίληψη

Σε αυτό το άρθρο εξετάζεται από μεταφρασεολογική σκοπιά το έργο του Σεμπαϊδήν Καραχότζα με τίτλο «Μεταφράσεις ελληνικής και αγγλικής ποίησης στην πομακική γλώσσα», το οποίο εκδόθηκε το τρέχον έτος (2017) στην Ξάνθη από τον Πολιτιστικό Σύλλογο Πομάκων Ν. Ξάνθης και περιέχει μεταφρασμένη ποίηση είκοσι επτά (27) σημαντικών ελλήνων ποιητών, καθώς και ένα μεταφρασμένο απόσπασμα από το περίφημο θεατρικό έργο «Άμλετ» του W. Shakespeare. Συγκεκριμένα, τα μεταφράσματα του Σ. Καραχότζα συζητούνται και αξιολογούνται με αφετηρία τα κριτήρια για την αξιολόγηση μεταφράσεων ποίησης που έχει προτείνει από καιρό ο Connolly (1997: 44–45). Από τη σχετική συζήτηση προκύπτει ότι, παρά τα όποια μεταφραστικά ζητήματα τα οποία ανακύπτουν σε ζεύγη γλωσσών οι οποίες (τουλάχιστον εν μέρει)αντλούν από διαφορετικές πολιτισμικές παραδόσεις και στα οποία εμπλέκεται τουλάχιστον μία λιγότερο χρησιμοποιούμενη γλώσσα (και μάλιστα με ελάχιστη και εντελώς πρόσφατη γραπτή παράδοση), οι μεταφράσεις του Σ. Καραχότζα αξιολογούνται θετικά και μπορούν κάλλιστα να χρησιμεύσουν ως ένα πρώτο βήμα προς μια ευρύτερη παραγωγή λογοτεχνικών, αλλά και άλλων μεταφράσεων προς την πομακική γλώσσα.

Λέξεις-κλειδιά:ελληνική ποίηση, λογοτεχνική μετάφραση, μετάφραση ποίησης, ποίηση, πομακική γλώσσα, Πομάκοι

1. Το έργο και το συγκείμενό του

1.1 Κατά την τελευταία δεκαετία φαίνεται να ανακινούνται και στον Δυτικό Κόσμο γεωπολιτικές πτυχές που έμοιαζαν να έχουν αμεληθεί για καιρό. Σε αυτό το πλαίσιο, κατά την άποψή μου, εντάσσεται και το γεγονός ότι το τρέχον έτος (2017) δημοσιεύθηκε από τον Πολιτιστικό Σύλλογο Πομάκων Ν. Ξάνθης το βιβλίο του Έλληνα Πομάκου και δραστήριου δημοσιογράφου Σεμπαϊδήν Καραχότζα με τίτλο «Μεταφράσεις ελληνικής και αγγλικής ποίησης στην πομακική γλώσσα», το οποίο περιέχει μεταφρασμένη ποίηση είκοσι επτά (27) σημαντικών ελλήνων ποιητών, καθώς και ένα μεταφρασμένο απόσπασμα από το περίφημο θεατρικό έργο «Άμλετ» του W. Shakespeare.

1.2 Αυτό το μεταφραστικό εγχείρημα είναι πολύ ενδιαφέρον και αξίζει την προσοχή τόσο των μεταφρασεολόγων σε διεθνές επίπεδο, όσο και του ευρύτερου αναγνωστικού κοινού, καθώς πρόκειται για ένα γλωσσικό ζεύγος που εμφανίζει τις εξής ιδιαιτερότητες: α) οι γλώσσες του συγκεκριμένου μεταφραστικού ζεύγους αντλούν – από τον εξισλαμισμό των Πομάκων που, αν και είχε αρχίσει, κατά βάση, από το 16ο αι. μ.Χ., κορυφώνεται ουσιαστικά τον 17ο αι. μ.Χ. (Κόκκας 2006: 226· Σελλά-Μάζη 2016: 276) και ύστερα – τα πρότυπά τους από διαφορετικές πολιτισμικές παραδόσεις και, συγκεκριμένα, από την ανατολική χριστιανική (η Ελληνική) και από την ισλαμική (η Πομακική), με αποτέλεσμα την πολυετή αμοιβαία αποξένωση παρά την κοινότητα του γεωγραφικού χώρου· β) μία από τις γλώσσες του συγκεκριμένου μεταφραστικού ζεύγους (η Πομακική) ανήκει στις λιγότερο χρησιμοποιούμενες γλώσσες· και γ) μία από τις γλώσσες του συγκεκριμένου μεταφραστικού ζεύγους (η Πομακική) έχει πολύ μικρή γραπτή παράδοση, η οποία μάλιστα ανάγεται – και πάλι αποσπασματικά– μόλις στην τελευταία εικοσαετία.

1.3 Εκδηλώσεις για την παρουσίαση του συγκεκριμένου έργου πραγματοποιήθηκαν, μέχρι στιγμής, στην Αθήνα και στην Ξάνθη. Πέρα από την υπό στενή έννοια βιβλιοπαρουσίαση, οι εν λόγω εκδηλώσεις είχαν ως σκοπό να συμβάλουν και στη γνωριμία του ευρύτερου ελληνικού κοινού με τους Πομάκους, σχετικά με τους οποίους φαίνεται να επικρατεί αρκετή ασάφεια στην αντίληψη του μέσου Έλληνα, ιδίως στο Νότο. Αυτή η ασάφεια καλλιεργείται και επιτείνεται, ασφαλώς, και από την πολιτική γειτονικών χωρών, η οποία βασίζεται άλλοτε σε μονοδιάστατες ερμηνείες, όπως στην περίπτωση της Βουλγαρίας, η οποία θεωρεί τους Πομάκους Βουλγάρους και, συνακόλουθα, την Πομακική βουλγαρική διάλεκτο (Σελλά-Μάζη 2016: 275, 276) και όχι αυτοτελή γλώσσα που απλώς συγγενεύει στενά με τη Βουλγαρική, και άλλοτε σε εντελώς ανυπόστατους και αυθαίρετους ισχυρισμούς, όπως στην περίπτωση της Τουρκίας, η οποία θεωρεί του Πομάκους Τούρκους και φτάνει στο σημείο να διαδίδει ότι η Πομακική είναι τουρκική διάλεκτος ή ανάγεται σε τουρκικές διαλέκτους (Χιδίρογλου1989: 49–50, 72· Σελλά-Μάζη 2016: 275, 276). Ιδίως τούτη η τελευταία πρακτική εντάσσεται, κατά τη γνώμη μου, στο πλαίσιο της προσπάθειας περιορισμού του Ελληνισμού από την άσκηση των δικαιωμάτων του, την οποία επισημαίνει σε πρόσφατο συλλογικό έργο ο Συρίγος (2016: 260).

2. Η ταυτότητα της Πομακικής

2.1 Στο πρωτοποριακό του εγχειρίδιο Úchem so Pomátsko: Μαθήματα πομακικής γλώσσας, ο Ν. Κόκκας (2004i: 6) αναφέρει ότι η Πομακική «έχει ενσωματώσει στοιχεία τόσο από τις σλαβικές γλώσσες όσο και από την τουρκική και την ελληνική […]» (Κόκκας 2004i: 6).Αν και πράγματι στην Πομακική συνυπάρχουν αυτά τα τρία συστατικά, ο ποσοτικός και ποιοτικός συσχετισμός τους μπορεί να περιγραφεί ακριβέστερα ως εξής: η Πομακική είναι μια σλαβική γλώσσα που έχει ενσωματώσει πολυάριθμαλεξικά και ελάχιστα φωνολογικά στοιχεία από την Τουρκική, καθώς και πολυάριθμα λεξικά και δομικά (γραμματική/συντακτικό) στοιχεία από την Ελληνική. Γλωσσογενετικά, η Πομακική ανήκει στην ανατολική ποικιλία της νοτιοσλαβικής ομάδας του σλαβικού υποκλάδου του βαλτοσλαβικού κλάδου των ΙΕ γλωσσών (Κωνσταντινίδης 2007: 33• Θεοχαρίδης 1995: 83εξ.). Ταυτόχρονα, όπως και οι λοιπές ανατολικές νοτιοσλαβικές γλώσσες (Βουλγαρική, Σλαβομακεδονική), είναι μέλος της Βαλκανικής Ζώνης Γλωσσικής Επαφής (στην οποία ανήκουν και η Αλβανική, η Ρουμανική, η Ελληνική και, εν μέρει, η Σερβική/Κροατική/Μαυροβουνιακή/Βοσνιακή) (Κριμπάς 2007: 27–59).

2.2 Πράγματι, όπως μπορεί να διαπιστώσει και κάποιος μη ειδικός διατρέχοντας απλώς τα λήμματα ενός πομακικού λεξικού , η Πομακική είναι σαφέστατα μια σλαβική γλώσσα (Σελλά-Μάζη, 2016: 259, 275), η οποία έχει ενσωματώσει άφθονα λεξικά και, κατά την άποψή μας, δομικά στοιχεία από την Ελληνική (Σελλά-Μάζη, 2016: 275• Κωνσταντινίδης 2007: 33• Κόκκας 2004i: 6• Θεοχαρίδης 1995: 83εξ.), εντοπιζόμενα στην γραμματική και το συντακτικό της, καθώς και πολυάριθμα λεξικά, κατά τη γνώμη μας δε και ελάχιστα φωνολογικά, στοιχεία από την Τουρκική (Σελλά-Μάζη, 2016: 275• Κόκκαςi 2004: 6). Ωστόσο, ποικίλα στοιχεία στην Πομακική, όπως ή κατάργηση του απαρεμφάτου, η ανάπτυξη περιφραστικού μέλλοντα, η ανάπτυξη οριστικού και αόριστου άρθρου, η ανάπτυξη εγκλιτικών κτητικών αντωνυμιών κ.ά., αποτελούν εμφανώς υποστρωματικά στοιχεία (Θεοχαρίδης 1996: 10· Σελλά-Μάζη, 2016: 276) που παραπέμπουν σε ελληνικές επιδράσεις στην Πομακική . Σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, αυτά τα χαρακτηριστικά διακρίνουν τη Βαλκανική Ζώνη Γλωσσικής Επαφής (ΒΖΓΕ, Balkansprachbund) και έχουν αποδοθεί σε ποικίλες προελεύσεις, με πιθανότερη, για πολλά εξ αυτών, την ελληνική προέλευση (Sandfeld, 1930: 175, 178, 213). Πιο συγκεκριμένα, η κυριότερη ένδειξη ελληνικής προέλευσης των εν λόγω χαρακτηριστικών στην Πομακική, αλλά και στις άλλες βαλκανικές σλαβικές γλώσσες, είναι το γεγονός ότι, όσο πιο κοντά στην Ελληνική ομιλείται ένα ιδίωμα μιας βαλκανικής σλαβικής γλώσσας, τόσο παγιώνεται η χρήση χαρακτηριστικών που παρατηρούνται και στην Ελληνική, ενώ σε διαλέκτους ή ιδιώματα των ίδιων γλωσσών τα οποία ομιλούνται πιο μακριά από την Ελληνική τα εν λόγω χαρακτηριστικά είτε υπάρχουν ως εναλλακτικά σλαβικών λειτουργικών αντιστοίχων τους είτε απουσιάζουν εντελώς (Κριμπάς, 2007: 35–37). Μια άλλη ένδειξη για τον υποστρωματικό χαρακτήρα της ελληνικής επίδρασης θα μπορούσε να υποδηλώνει η παρουσία στην Πομακική παλαιών ελληνικών λεξικών δανείων, τα οποία στη Νεοελληνική Κοινή έχουν λόγια προέλευση, π.χ. prógima (Θεοχαρίδης 1996: 511· Καραχότζα 2006: 149) ή próyima (= πρωινό, πρόγευμα) (Κόκκαςiii 2004: 52) < πρόγευμα· praksúvam (= πράττω) (Χιδίρογλου 1989: 24) < πράξω < πράττω · óti (= επειδή, γιατί, διότι, ότι, πως) (Θεοχαρίδης 1996: 386· Κόκκαςiii 2004: 43· Καραχότζα 2006: 145) < ότι· góram (= δέντρο, βελανιδιά, δάσος) (Θεοχαρίδης 1996: 80· Κόκκαςiii 2004: 22· Καραχότζα 2006: 131) < ίσως κορμός κ.ά. Αξιοπρόσεκτο είναι επίσης το γεγονός ότι, σε κάποιες πομακόγλωσσες περιοχές, παρατηρείται και φωνολογική επίδραση της Ελληνικής, η οποία εμφανίζεται υπό μορφήν απώλειας των τουρκικών φωνημάτων/αλλοφώνων της Πομακικής (Κωνσταντινίδης 2007: 57–58) και αντικατάστασής τους με παραπλήσια νεοελληνικά.

3. Η μετάφραση ποίησης και η Πομακική ως γλώσσα-στόχος

3.1 Η πομακική γλώσσα λειτουργεί, στο εν λόγω βιβλίο του Σ. Καραχότζα, για πρώτη φορά ως γλώσσα-στόχος  για τη μετάφραση ελληνόγλωσσης και αγγλόγλωσσης ποίησης. Αν αναλογιστεί κανείς ότι η Πομακική είναι μια λιγότερο χρησιμοποιούμενη –και μέχρι πρότινος αποκλειστικά προφορική (Θεοχαρίδης 1996: 10)– γλώσσα (lesser-usedlanguage), η οποία ομιλείται κυρίως από αγροτοκτηνοτροφικούς πληθυσμούς μουσουλμανικού θρησκεύματος οι οποίοι έζησαν για χρόνια αποκομμένοι από την ευρωπαϊκή και νεοελληνική γραμματεία, μπορεί να φανταστεί τη δυσκολία του εγχειρήματος. Πόσω μάλλον αφού η λογοτεχνική – και ιδίως η ποιητική – μετάφραση είναι ούτως ή άλλως ένα προβληματικό πεδίο για τη θεωρία και τη διδακτική της μετάφρασης (de Beaugrande 1978: 135· Μπατσαλιά & Σελλά-Μάζη 1994: 36· Venuti 2011: 127–128). Ωστόσο, είναι γεγονόςότικαθημερινά μεταφράζονται πολυάριθμα ποιητικά έργα. Εξάλλου, το ότι η μετάφραση ποίησης είναι εφικτή προκύπτει και από την πλούσια σχετική βιβλιογραφία , στο πλαίσιο της οποίας έχουν προταθεί κατά καιρούς και δυνητικά κριτήρια για την αξιολόγηση μεταφράσεων ποίησης. Από τα πλέον σαφή τέτοια κριτήρια στο χώρο της ελληνόγλωσσης μεταφρασεολογίας είναι τα πέντε κριτήρια του Connolly (1997: 44–45), τα οποία συνοψίζονται στα κάτωθι βασικά ερωτήματα:

• Κατά πόσον λειτουργεί η μετάφραση σε όλα τα επίπεδα με τον ίδιο τρόπο όπως και το πρωτότυπο και εάν περιέχει εκείνα τα γνωρίσματα που χαρακτηρίζουν ένα συγκεκριμένο ποιητή στη γλώσσα του. Εάν αυτό δεν συμβαίνει, είναι τουλάχιστον η μετάφραση συνεπής με τους διατυπωμένους στόχους του μεταφραστή;

• Όπου υπάρχει σημαντική σημασιολογική, υφολογική ή πραγματολογική απώλεια στη μετάφραση, είναι αυτή αναπόφευκτη ή οφείλεται στην έλλειψη ικανοτήτων εκ μέρους του μεταφραστή; […].

• Μπορεί η μετάφραση να ‘σταθεί’ ως ποίημα στη γλώσσα-στόχο ή τουλάχιστον να λειτουργεί σαν ένα δείγμα δημιουργικής γραφής από μόνη της; Αυτό δεν ισοδυναμεί με την απαίτηση να φαίνεται η μετάφραση σαν να είχε γραφτεί εξαρχής στη γλώσσα-στόχο. […]

• Είναι το ποιητικό ιδίωμα που έχει επιλέξει ο μεταφραστής το κατάλληλο σχήμα για να αποδώσει αυτό το συγκεκριμένο είδος ποίησης στη γλώσσα-στόχο;

• Άξιζε τον κόπο να μεταφραστεί (άξιον εστί το τίμημα;); Η αξιολόγηση από αυτή την άποψη πρέπει να γίνει αφ’ ενός σε σχέση με την ενδεχόμενη σπουδαιότητα και επιρροή (αν υπάρχει) του έργου στη γλώσσα και τη λογοτεχνία της πολιτιστικής παράδοσης της γλώσσας-στόχου και αφ’ ετέρου σε σχέση με τη σπουδαιότητα του ποιητή, του έργου του και της δικής του πολιτιστικής παράδοσης. […] (Connolly 1997: 44–45)

Όταν επιστρατεύονται για την αξιολόγηση δευτερογενούς (τ.έ. μεταφρασμένης) ποιητικής παραγωγής με γλώσσα-στόχο μια μέχρι πρότινος προφορική γλώσσα, η οποία έμεινε αποκομμένη για τρεις αιώνες από τη λογοτεχνική παραγωγή ευρωπαϊκών γλωσσών όπως η Ελληνική και οι ευρέως χρησιμοποιούμενες ευρωπαϊκές γλώσσες (Αγγλική, Γαλλική, Γερμανική, Ιταλική, Ισπανική, Ρωσική), οι εν λόγω αρχές θα πρέπει να εφαρμόζονται χωρίς αυστηρότητα · και αυτό διότι, για μια γλώσσα όπως η Πομακική, δεν αναμένεται να διαθέτει όλα τα ποιητικά ιδιώματα, τις υφολογικές επιλογές και τα πραγματολογικά στοιχεία που αντιστοιχούν σε εκείνα της γλώσσας-πηγής. Παρ’ όλα αυτά, τα ως άνω πέντε κριτήρια, αφ’ ενός, συνοψίζουν εύστοχα τις διαδικασίες που συνεπάγεται η μετάφραση ποίησης με εμπλοκή οποιουδήποτε γλωσσικού ζεύγους, αφ’ ετέρου απεικονίζουν γλαφυρά τους ποικίλους και συχνά ασυμβίβαστους μεταξύ τους στόχους που πρέπει να επιτύχει σωρευτικά ο μεταφραστής ποίησης, χωρίς να παραβλέπουν ότι ο τελευταίος θα καταλήξει αναγκαστικά, ως επί το πλείστον, στην υποβάθμιση ή ακόμα και την αγνόηση τουλάχιστον ενός από αυτούς, στην επιδίωξή του για επίτευξη εξισορροπητικής ισοδυναμίας (Κριμπάς 2005: 51-52) μεταξύ κειμένου-πηγής και κειμένου-στόχου. Ασφαλώς, όταν αξιολογεί κανείς ποιητικά μεταφράσματα, θα πρέπει να έχει υπόψη του, μεταξύ άλλων, τα εξής: α) ότι η αντιπαραβολή και η ανάλυση κειμένου-πηγής και κειμένου-στόχου εντάσσεται σε μια ακολουθία από ενέργειες, όπου

«Η γνώση της ξένης γλώσσας είναι απαραίτητη σ’ ένα δεύτερο στάδιο, όταν, αφού διαπιστώσουμε πως μια μετάφραση είναι καλή, θέλουμε να δούμε πόσο καλή είναι, να μετρήσουμε δηλαδή το βαθμό της πιστότητάς της» (Βαγενάς 1989: 26).

Επισημαίνεται ότι, με τον όρο «πιστότητα», ο Βαγενάς δεν αναφέρεται στην κατά λέξη ή κατά σημασία μετάφραση, αλλά στη συνολική «πιστότητά» της προς το πρωτότυπο (πβ. Mounin 2002[1994]: 63-82), δηλαδή «πιστότητα» στο σημασιολογικό, το υφολογικό και το πραγματολογικό επίπεδο (Connolly 1997: 18-24)· β) ότι η μετάφραση αποτελεί «προϋπόθεση διαλόγου με άλλους πολιτισμούς» (Berman 1984: 287), ακόμη και στο πλαίσιο της πολιτισμικής πολυμορφίας ενός και του αυτού έθνους, όπως συμβαίνει στην περίπτωση ελληνόφωνων Ελλήνων και πομακόφωνων Ελλήνων (Πομάκων)· γ) ότι η ανάλυση μεταφρασμένων ποιημάτων προάγει γενικότερα τη μελέτη της ποίησης (Culler 2010: 92, 97 και ολόκληρο).

Δεδομένων των ανωτέρω, αξίζει να εξετάσει κανείς τα μεταφράσματα του Σ. Καραχότζα σε αναφορά με τα ως άνω πέντε κριτήρια, για να καταλάβει ότι ο μεταφραστής ανταποκρίθηκε επάξια στο δύσκολο μεταφραστικό του έργο –και μάλιστα, όπως προαναφέρθηκε, προς μια μειονοτική γλώσσα στόχο η οποία δεν μετρά πολλά χρόνια γραπτής παράδοσης ή μεταφραστικού συγχρωτισμού με άλλες σύγχρονες, τυποποιημένες ευρωπαϊκές γλώσσες, ούτε με τον ευρύτερο πολιτισμό τον οποίο εκφράζουν αυτές. Εκεί οφείλεται και το γεγονός ότι αυτή η πρώτη, ηρωική μεταφραστική προσπάθεια τείνει να ακολουθεί – όπως διαπιστώνει εύκολα όποιος αναγνώστης είναι εξοικειωμένος με το συγκεκριμένο γλωσσικό ζεύγος– όσο πιο πιστά μπορεί το κείμενο-πηγή ως προς το σημασιολογικό περιεχόμενο και όχι ως προς το ποιητικό ιδίωμα, «θυσιάζοντας» αναγκαστικά, για λόγους ανωτέρας βίας, κάποια χαρακτηριστικά ύφους και φόρμας των ελληνικών ποιημάτων. Μελλοντικές προσπάθειες μετάφρασης έμμετρων και ομοιοκαταληκτικών ποιημάτων στην Πομακική ίσως κατορθώσουν και το εκ πρώτης όψεως ακατόρθωτο: τη μίμηση της φόρμας του πρωτοτύπου ή ακόμα και τη δημιουργία ενός ή περισσότερων νέων, πομακικών ποιητικών ιδιωμάτων, αν επιχειρηθεί και πρωτογενής ποιητική παραγωγή στην Πομακική πέραν της καθαρά δημοτικής πομακικής στιχουργίας.

4. Παραδείγματα αποσπασμάτων ποιημάτων μεταφρασμένων στην Πομακική

Στη συνέχεια παρατίθενται και συζητούνται μερικά ενδιαφέροντα, από μεταφρασεολογική σκοπιά, αποσπάσματα από τα μεταφρασμένα ποιήματα που περιέχονται στο βιβλίο του Σ. Καραχότζα το οποίο εξετάζουμε στην παρούσα συμβολή. Έχουν επιλεγεί με στόχο την αντιπροσωπευτικότητα, γι’ αυτό και εξετάζονται παραδείγματα έμμετρου και ομοιοκαταληκτικού στίχου (σε ποικίλα μέτρα), στίχου σε γλώσσα αρχαΐζουσα, στίχου σε γλώσσα δημώδη, ελεύθερου στίχου, καθώς και ένα αντιπροσωπευτικό απόσπασμα από το μετάφρασμα του μόνου αγγλικού κειμένου-πηγής που περιέχεται στο έργο.

Η παράθεση αρχίζει με ένα δίστιχο από το ποίημα Θούριος του Ρήγα Βελεστινλή και την πομακική του απόδοση από τον Καραχότζα (2017: 9):

 

Κάλλιο ’ναι μιας ώρας ελεύθερη ζωή, 

Παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή

 

Po húbbe adín sahát serbésh zhïvót

Pará kïrk godínï izmetkâre i zagradénï.

 

Αξιοπρόσεκτο στοιχείο στο συγκεκριμένο απόσπασμα είναι η χρήση του νεοελληνικού συνδέσμου «παρά», που υπάρχει ως άμεσο δάνειο στην Πομακική, γεγονός που συμβάλλει στη διατήρηση μιας ιδιαίτερης υφολογικής σχέσης του κειμένου-πηγής με το κείμενο-στόχο, καθώς αυτός ακριβώς ο σύνδεσμος είναι που επιστρατεύεται για την αντιδιαστολή δύο απόλυτων καταστάσεων: της ελευθερίας και της σκλαβιάς.

Ακολουθεί μια στροφή από το ποίημα Εις Σάμον του Ανδρέα Κάλβου και η πομακική της απόδοση από τον Καραχότζα (2017: 10):

 

Αυτή (και ο μύθος κρύπτει

νουν αληθείας) επτέρωσε

τον Ίκαρον. και αν έπεσεν

ο πτερωθείς κι επνίγη

θαλασσωμένος.

 

Serbezlíkon dáde ’Ikaru krilá

(i meselâsa ye mífko i nahas stánava).

I akú ye pánnal zhîyen ye krilâl

I akú so ye udávil

Faf denízene

 

Εδώ ο μεταφραστής αναφέρει ρητά τη λέξη Serbezlíkon (= Η ελευθερία), η οποία δηλώνεται με δεικτική αντωνυμία στο κείμενο-πηγή (Αυτή), για να εξισορροπήσει την ανακατανομή των ποιητικών εννοιών την οποία επιχειρεί στην προηγούμενη στροφή (βλ. σελ. 10 του βιβλίου). Επίσης, αποδίδει αναλυτικότερα την εντός παρενθέσεως πρόταση του β΄ στίχου της συγκεκριμένης στροφής, περιφράζει δε υποχρεωτικά για να αποδώσει το «θαλασσωμένος», που αποτελεί γλωσσοπλασία του Α. Κάλβου. Η Πομακική δεν έχει «ανοιχτεί» ποιητικά (ακόμη) σε βαθμό που να «τολμά» τέτοιες γλωσσοπλασίες. Η αρχαΐζουσα γλώσσα του κειμένου-στόχου είναι μια υφολογική ποικιλία που απουσιάζει στην Πομακική (όπως και στις περισσότερες γλώσσες), δεδομένου ότι αποτελεί μια ιστορικοκοινωνική ιδιομορφία της Ελληνικής. Συνεπώς, ο μεταφραστής δεν μπορούσε, όσο κι αν το επιθυμούσε, να την αποδώσει.

Ενδιαφέρον, επίσης, παρουσιάζει η απόδοση του Εθνικού Ύμνου των Ελλήνων, δηλαδή οι δύο πρώτες στροφές του ποιήματος Ύμνος εις την Ελευθερίαν του Διονυσίου Σολωμού, η πρώτη εκ των οποίων παρατίθεται στη συνέχεια μαζί με την πομακική της απόδοση από τον Καραχότζα (2017: 11):

 

Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη

Των Ελλήνων τα ιερά, 

Και σαν πρώτα ανδρειωμένη, 

Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

 

Ad húbavïne kókalï

Yunánkïne iskárana

Kákta naprésh stánata golâma

Drágo mi ye da zhîvom serbésh.

 

Εδώ εμφανίζεται το νεοελληνικό ουσιαστικό «κόκ[κ]αλα», το οποίο υπάρχει ως άμεσο δάνειο στην Πομακική, γεγονός που συμβάλλει στη διατήρηση μιας ιδιαίτερης υφολογικής σχέσης του κειμένου-πηγής με το κείμενο-στόχο. Επίσης, καθίσταται εμφανήςη διείσδυση του ισλαμικού πολιτισμού στην πομακική γλώσσα, αφού και το εθνωνύμιο «Έλληνες» αποδίδεται ως Yunánkïne (= των Ελλήνων), δηλαδή με την αραβική λέξη που χρησιμοποιούν οι περισσότεροι ισλαμικοί λαοί για να δηλώσουν τους Έλληνες. Καθώς διαβάζει κανείς αυτή την αξιέπαινη προσπάθεια, είναι δύσκολο να μην αναλογιστεί ότι θα πρέπει, κάποια στιγμή, να επιχειρηθεί και μια έμμετρη και ομοιοκαταληκτική απόδοση του Εθνικού Ύμνου των Ελλήνων στην Πομακική, νομίζω δε ότι ο Σ. Καραχότζα διαθέτει όλες τις απαραίτητες ικανότητες για να το πράξει στο μέλλον.

Στη συνέχεια παρατίθεται μια στροφή από το ποίημα Λήθη του Λορέντζου Μαβίλη και η πομακική της απόδοση από τον Καραχότζα (2017:12):

 

Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε

Στης λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση.

Μα βούρκος το νεράκι θα μαυρίσει

Α στάξει γι’ αυτές όθε αγαπάνε.

 

Faf isók saháte dushîne zagáret i hódet

Na studénïne vríse da zabarávet

’Ala ye matná vadána she pacherné

Akú kápne za tähat kadé nagálet. 

 

Και σε αυτή την περίπτωση εμφανίζεται το νεοελληνικό ουσιαστικό «βρύση» που υπάρχει ως άμεσο δάνειο στην Πομακική, γεγονός που, όπως και στις περιπτώσεις που εξετάστηκαν παραπάνω, συμβάλλει στη διατήρηση μιας ιδιαίτερης υφολογικής σχέσης του κειμένου-πηγής με το κείμενο-στόχο. Αξιοπρόσεκτο είναι επίσης το γεγονός ότι ο νεοελληνικός σύνδεσμος «μα» (< ιταλ. ma) αποδίδεται με τον νεοελληνικής προέλευσης σύνδεσμο ’Ala (<αλλά). Το κείμενο-πηγή έχει συνταχθεί σε μια καθαρή δημώδη νεοελληνική ποικιλία (επτανησιακή, και μάλιστα στην κεφαλληνιακή υποποικιλία), η οποία προσφέρεται θαυμάσια για μετάφραση σε δημώδεις γλώσσες όπως η Πομακική, καθώς δεν περιέχει λόγια στοιχεία που θα έθεταν πρόσθετες δυσκολίες στο μεταφραστικό έργο.

Από το ποίημα Συμβουλή προς νέαν κόρην του Γεωργίου Βιζυηνού παρατίθεται επίσης μια στροφή και η πομακική της απόδοση από τον Καραχότζα (2017:14):

 

Βαθιά, βαθιά είναι φοβερή, 

Είναι σκοτεινή, είναι κρύα!

Παίζει μ’ ανθρώπων σκελετά, 

Κι έχ’ ένα καρχαρία

Σε κάθε μια σπηλιά της.

 

Glibók, glibókye, straslíf

Mráchenye, studénye!

Igró sas insántskï kókalye

I íma annó karharía

Faf sâkva péshtura.

 

Σε αυτή την περίπτωση βλέπουμε το νεοελληνικό ουσιαστικό «σκελετά» να αποδίδεται στην Πομακική με ένα άλλο άμεσο νεοελληνικό δάνειο (kókalye), γεγονός που συμβάλλει στη διατήρηση μιας ιδιαίτερης υφολογικής σχέσης του κειμένου-πηγής με το κείμενο-στόχο. Δεδομένου, επίσης, ότι στις περιοχές όπου ομιλείται παραδοσιακά η Πομακική είναι άγνωστοι οι καρχαρίες, το ιχθυωνύμιο «καρχαρίας» δεν μεταφράστηκε, αλλά υιοθετήθηκε αυτούσιο ως άμεσο δάνειο –όπως η Ελληνική έχει υιοθετήσει αυτούσια π.χ. το ιχθυωνύμιο «πιράνχας» (τύπο πληθυντικού, και μάλιστα με εσφαλμένη προφορά, η οποία οφείλεται σε οπτική ανάγνωση) για να δηλώσει ένα ψάρι άγνωστο στον ελληνόγλωσσο κόσμο. Ο άμεσος δανεισμός, ασφαλώς, δεν υποδηλώνει «φτώχεια» μιας γλώσσας (Κακριδή-Φερράρι 2001: 203), όπως τονίστηκε παραπάνω, αλλά απλώς μη εξοικείωση των ομιλητών της με δεδομένη έννοια για ιστορικούς, γεωγραφικούς, πολιτικούς, θρησκευτικούς, κοινωνικούς κ.λπ. λόγους.

Από αυτή τη σύντομη συζήτηση δεν θα μπορούσε να απουσιάζει μια στροφή από το ποίημα Ιθάκη του Κωνσταντίνου Καβάφη, συνοδευόμενη από την πομακική της απόδοση από τον Καραχότζα (2017: 36):

 

Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη, 

Να εύχεσαι να ’ναι μακρύς ο δρόμος, 

Γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.

 

Agîna tórnesh da varvísh na Itháki

Da so mólish da ye dlög póten

Pólan fasaríe, pólan uchénye.

 

Κι σε αυτό το απόσπασμα απαντά μια περίπτωση άμεσου δανεισμού από τη Νεοελληνική, καθώς το τοπωνύμιο «Ιθάκη» υιοθετείται αυτούσιο, στο νεοελληνικό του τύπο (Itháki). Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η Πομακική, κυρίως λόγω του εξισλαμισμού των ομιλητών της, δεν είναι εξοικειωμένη με τον ελληνορρωμαϊκό και τον αναγεννησιακό πολιτισμό, ώστε να δανειζόταν αρχαιοελληνικό ή λατινικό τύπο (π.χ. Ithaka, Itaka κ.τ.ό.), όπως θα έπραττε οποιαδήποτε άλλη σλαβική γλώσσα. Βλέπουμε επίσης τη λέξη «περιπέτειες» να αποδίδεται με μια άλλη, επίσης γνώριμη, νεοελληνική λέξη: fasaríe < νεοελλ. φασαρία < (βενετ. fasaria), γεγονός που υπογραμμίζει ακόμα μια φορά τη σύνδεση του πομακικού λαϊκού πολιτισμού στον ευρύτερο νεοελληνικό λαϊκό πολιτισμό.

Τέλος, παρατίθεται ένα απόσπασμα από το θεατρικό έργο Άμλετ του William Shakespeare και η πομακική του απόδοση από τον Καραχότζα (2017: 68):

 

Hyperion to a satyr, so loving to my mother

That he might not beteem the winds of heaven

Visit her face too roughly – heaven and earth, 

Must I remember?

Inélkus húbof vasilyás, at preshtóga be slóntseno

káta kozá. Inélkus mlógo dregóvasho móno máyko

Ta na astávesho vetráne da yi udríye óbrazane.

Nebá i zemé! Trébava li da pómnem?

 

Στην περίπτωση αυτού του κειμένου-πηγής, οι προκλήσεις ήταν μεγάλες κυρίως λόγω της προαναφερθείσας έλλειψης εξοικείωσης της Πομακικής με τον ελληνορρωμαϊκό και τον αναγεννησιακό πολιτισμό. Έτσι ο Υπερίων (Hyperion) αναφέρεται απλώς ως «όμορφος βασιλιάς (húbof vasilyás)» με ενίσχυση από το επίθετο slóntseno (= ο σχετικός με τον ήλιο, ηλιακός, ηλιόλουστος), το δε vasilyás είναι νεοελληνικό δάνειο, το οποίο «διασώζει», υπό μία έννοια, τις ελληνικές συνδηλώσεις του κειμένου-πηγής. Ομοίως ο σάτυρος (satyr) αναφέρεται, συνεκδοχικά, ως «κατσίκα (kozá)». Οι συντακτικές αποκλίσεις από το αγγλικό κείμενο-πηγή είναι μεγαλύτερες σε σχέση με εκείνες από το εκάστοτε ελληνικό κείμενο-πηγή, δεδομένου ότι, μορφολογικά και – ιδίως – συντακτικά, η Πομακική είναι πολύ πιο κοντά στη Νεοελληνική παρά στην Αγγλική. Εντέλει ο Σ. Καραχότζα, επιλέγοντας να μεταφράσει από την Ελληνική και την Αγγλική προς την Πομακική, η οποία έμεινε σχετικά αποκομμένη από πολιτισμικές επαφές με τις σύγχρονες, τυποποιημένες ευρωπαϊκές γλώσσες για πολλές δεκαετίες, συνεισέφερε σε αυτό που αποτελεί το βασικότερο ρόλο της μετάφρασης: τη γεφύρωση μεταξύ ανθρώπινων κοινοτήτων.

5. Συμπεράσματα

5.1 Από την ανάλυση που προηγήθηκε προκύπτουν άμεσα ή έμμεσα, μεταξύ άλλων, τα εξής: α) ότι, παρά τη μακροχρόνια αποξένωση των δύο λαών κατά το μεγαλύτερο μέρος του 20ού αιώνα λόγω γεωπολιτικών συνθηκών (βαλκανικοί πόλεμοι, κομμουνιστικά καθεστώτα), η Πομακική μπορεί άνετα να εκφράσει ποιητικά νοήματα που έχουν εκφραστεί στη Ελληνική· αξίζει επίσης να επιχειρηθούν ευρύτερες συγκριτικές μελέτες σχετικά με τη δημοτική ποίηση των δύο αυτών ελληνικών κοινοτήτων και οι όποιες ομοιότητες να αξιοποιηθούν για τη μετάφραση ποίησης από την Ελληνική στην Πομακική· β) ότι οι λεξιλογικοί νεοελληνισμοί της Πομακικής, ως κοινό γλωσσικό υλικό, μπορούν να αξιοποιηθούν για συνδηλωτικούς, μετρικούς ή άλλους υφολογικούς σκοπούς· γ) ότι η αποκοπή των Πομάκων από την κοινή ευρωπαϊκή (ελληνορωμαιοχριστιανική) κληρονομιά λόγω, κυρίως, της ισλαμικής θρησκείας δεν ευνοεί την απόδοση αρχαιοελληνικών πραγματολογικών στοιχείων (Υπερίων, Ιθάκη κ.ά.), οδηγώντας είτε σε περιφράσεις, είτε σε απευθείας δανεισμό από τη Νεοελληνική. Αυτό, ωστόσο, δεν υποκρύπτει κάποια «φτώχεια» της Πομακικής, αλλά συνιστά απλώς ένα χαρακτηριστικό της ιδιαίτερης ιστορικής διαδρομής της. Άλλωστε, αποτελεί κοινό τόπο στην επιστήμη της γλωσσολογίας η επισήμανση ότι δεν υπάρχουν πλούσιες και φτωχές γλώσσες, αφού κάθε γλώσσα έχει το δυναμικό να προσαρμόζεται, μέσω των ιδιαίτερων μηχανισμών της, στα διανοήματα του εκάστοτε ομιλητή της.

5.2 Ο Σ. Καραχότζα κατορθώνει να καταστήσει εμφανή τη μετάβαση –ή, στην περίπτωσή μας, αποκατάσταση– του αλλότριου προς κάτι οικείο (Sakai 2009: 83). Η μεταφραστική πράξη του συνιστά προπάντων μια γεωπολιτική πράξη και μια συνειδητή ηθικοπολιτική επιλογή (Białasiewicz & Minca 2005: 370) που συμβάλλει στην αξιοποίηση της πομακικής γλώσσας ως πολιτισμικού στοιχείου αναπόσπαστου από τον ευρύτερο ελληνικό πολιτισμό. Η συγκεκριμένες μεταφράσεις άξιζαν το τίμημα, καθότι η εξαιρετική αυτή μεταφραστική προσπάθεια του Σ. Καραχότζα μπορεί (και πρέπει) να γίνει αφετηρία για πολλές άλλες τέτοιες προσπάθειες στο συγκεκριμένο γλωσσικό ζεύγος, είτε με γλώσσα-στόχο είτε με γλώσσα-πηγή την Πομακική. Μέσα από τέτοιες μεταφραστικές προσπάθειες, μπορούν να προκύψουν πληροφορίες και ιδέες χρήσιμες για τη μεταφρασεολογία, για τη διδακτική της μετάφρασης, για τη βαλκανική γλωσσολογία, αλλά – κυρίως – για την ίδια την πομακική γλώσσα, η οποία είναι καιρός πλέον να αρχίσει να καλλιεργείται και να διδάσκεται επίσημα στους Πομάκους από την Ελληνική Πολιτεία. Μεταφραστικές πράξεις όπως αυτή μπορούν να προαγάγουν την ίδια τη σχέση μεταξύ ελληνόφωνων Ελλήνων και πομακόφωνων Ελλήνων, ώστε να (ξανα-)γίνει ταυτότητα αυτό που σήμερα κατέληξε να φαντάζει ως ετερότητα .

5.3 Συμβολικά, αξίζει η παρούσα συζήτηση να ολοκληρωθεί παραθέτοντας μια στροφή από το ποίημα Στον πατέρα μου της καταγόμενης από την Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη ελληνίδας ποιήτριας Χαρούλας Καλιαμπέτσου-Ευτυχίδου, σε μετάφραση Σ. Καραχότζα (2017: 59): 

 

Πατέρα, πώς εγέρασες … Πού ’ν’ τα ξανθά μαλλιά σου;

Τα μάτια σου τα γαλανά πόσο θολά είναι τώρα…

Πώς σε θυμάμαι άλλοτε, στητό σαν κυπαρίσσι, 

που ολόρθο πάντα υψώνονταν στη λάβρα και στη μπόρα.

 

Bubáyka, kakastarâ… Kadétizaltátakosá?

Sínete óchi kak so mótnï isâ…

Kákto pómnem na drúyish, práva káta selvíye

Zóno dáyma sedésho právo faf pekáne i faf dazdáne.

 

Βιβλιογραφία

Allén, S. (ed.) (1999) Translation of Poetry and Poetic Prose. London: World Scientific.

Βαγενάς, Ν. (1989) Ποίηση και μετάφραση. Αθήνα: Στιγμή.

Barnstone, W. (1993) The Poetics of Translation. London: Yale University Press.

Beaugrande, R. de (1978) Factors in a Theory of Poetic Translation. Assen: Van Gorcum.

Berman, A. (1984) L’épreuve de l’étranger: Culture et traduction dans l’Allemagne romantique. Paris: Gallimard.

Białasiewicz, L. & C. Minca (2005) Old Europe, new Europe: for a geopolitics of translation. Area 37(4): 365–372.

Cluysenaar, D. (1976) Introduction to Literary Stylistics. London: Batsford.

Connolly, D. (1997) Μετα-ποίηση: 6 (+1) μελέτες για τη μετάφραση της ποίησης. Αθήνα: Ύψιλον.

Culler, J. (2010) Teaching Baudelaire, Teaching Translation. Profession 2010 (The Modern Language Association of America), 91–98.

Honig, E. (1985) The Poet’s Other Voice: Conversations on Literary Translation. Amherst: University of Massachusetts Press.

Θεοχαρίδης, Π.Δ. (1996) ΠομακοελληνικόΛεξικό/ Πομάχτσκου Ουρούμτσκου Λεκσικό. Θεσσαλονίκη: Αίγειρος.

Κακριδή-Φερράρι, Μ. (2001) Μετάφραση ξένων όρων. Στο Α.-Φ. Χριστίδης (επιμ.) Εγκυκλοπαιδικός οδηγός για τη γλώσσα. Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 203–205.

Καραχότζα, Σ. (2006) Η καθημερινή γλώσσα των Πομάκων της περιοχής Μύκης. Ξάνθη: Σπανίδης.

Καραχότζα, Σ. (2017) Μεταφράσεις ελληνικής και αγγλικής ποίησης στην πομακική γλώσσα. Ξάνθη: Πολιτιστικός Σύλλογος Πομάκων Ν. Ξάνθης.

Κόκκας, Ν.Θ. (2004i) Úchem so Pomátsko: Μαθήματα πομακικής γλώσσας: τεύχος Α΄: 25 μαθήματα (Ξάνθη: Πολιτιστικό Αναπτυξιακό Κέντρο Θράκης).

Κόκκας, Ν.Θ. (2004ii) Úchem so Pomátsko: Μαθήματα πομακικής γλώσσας: τεύχος Β΄: Ανθολόγιο Κειμένων: Παραμύθια - Τραγούδια – Παροιμίες (Ξάνθη: Πολιτιστικό Αναπτυξιακό Κέντρο Θράκης).

Κόκκας, Ν.Θ. (2004iii) Úchem so Pomátsko: Μαθήματα πομακικής γλώσσας: τεύχος Γ΄: Βασικό λεξιλόγιο (Πομακο-Ελληνικό & Ελληνο-Πομακικό) (Ξάνθη: Πολιτιστικό Αναπτυξιακό Κέντρο Θράκης).

Κόκκας, Ν.Θ. (2006) Οι Πομάκοι της βουλγαρικής Ροδόπης. Στο Θ. Μαλκίδης & Ν. Κόκκας (επιμ.) Μετασχηματισμοί της συλλογικής ταυτότητας των Πομάκων. Ξάνθη: Σπανίδης, 221–290.

Κριμπάς, Π.Γ. (2005) Συμβολή στη μεταφρασεολογία. Αθήνα: Γρηγόρης.

Κριμπάς, Π.Γ. (2007) Επιδράσεις της νεότερης Ελληνικής στις βαλκανικές γλώσσες. Αθήνα: Γρηγόρης.

Κριμπάς, Π.Γ. (υπό δημοσίευση) Η γλώσσα και η καταγωγή των Πομάκων υπό το φως της Βαλκανικής Ζώνης Γλωσσικής Επαφής. Ανακοίνωση στο Διεθνές Συνέδριο Οι Πομάκοι της Θράκης: Πολυεπιστημονικές και διεπιστημονικές προσεγγίσεις, Κομοτηνή, 17–19 Μαρτίου 2017.

Κριμπάς, Π.Γ. & Χ. Μάρκου (2012) Κώστας Καρυωτάκης στη Βουλγαρική, Πέιο Γιάβοροφ στην Ελληνική: (συγ-)κριτική προσέγγιση των μεταφράσεων δύο ποιημάτων. Civitas Gentium 2(1), 285–310.

Κωνσταντινίδης, Ν.Θ. (2007) Η πομακική πολιτισμική μονάδα στην ελληνική Θράκη από άποψη Παρευξεινίων Σπουδών: Σύντομη ιστορική επισκόπηση, γλώσσα, ταυτότητες. Κομοτηνή: ΔΠΘ (μεταπτυχιακή διατριβή).

Mounin, G. (2002) Οι ωραίες άπιστες.Αθήνα: Μεταίχμιο [μετάφραση: Διαπανεπιστημιακό Διατμηματικό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών «Μετάφραση–Μεταφρασεολογία». Τίτλος πρωτοτύπου: G. Mounin (1994) Les Belles infidèles. Lille: Presses Universitaires de Lille].

Μπατσαλιά, Φ. & Ε. Σελλά-Μάζη (1994) Γλωσσολογική προσέγγιση στη θεωρία και τη διδακτική της μετάφρασης. Κέρκυρα: Ιόνιο Πανεπιστήμιο.

Sakai, N. (2009) How do we count a language? Translation and discontinuity. Translation Studies 2(1), 71–88.

Σελλά-Μάζη, Ε. (2016) Διγλωσσία, εθνική ταυτότητα και μειονοτικές γλώσσες. Αθήνα: Λειμών.

Συρίγος, Ά.Μ. (2016) Ελλάδακαιπεριφερειακές εξελίξεις. Στο Π. Καζάκος, Μ. Κούμας, Χ. Παπασωτηρίου, Ά.Μ. Συρίγος& Ε. Χατζηβασιλείου, Η Ελλάδα στον κόσμο της: Μεταξύ ρεαλισμού και ανεδαφικότητας στο διεθνές σύστημα. Αθήνα: Πατάκης, 251–286.

Τριανταφυλλίδης, Κ. (2013/2014) Η γενετική ιστορία της Ελλάδας: το DNA των Ελλήνων (β΄ έκδοση). Θεσσαλονίκη: Κυριακίδης.

Τριανταφυλλίδης, Κ. (2016) Η γενετική καταγωγή των Ελλήνων. Θεσσαλονίκη: Κυριακίδης.

Venuti, L. (2011) ‘Introduction: Poetry and translation’ Translation Studies 4(2): 127–132.

Χιδίρογλου, Π. (1989) Οι Έλληνες Πομάκοι και η σχέση τους με την Τουρκία (β΄ έκδοση). Αθήνα: Ηρόδοτος.