Log in
updated 8:25 AM CST, Nov 20, 2017
Ροή ειδήσεων :

Nasradín hója ye sékal górma

Nasradín hóje so ye pakáchil  na annók górma az brádvano. Pakáchil so ye na vórhane i faf dónono go seché. Kakná seché pamína adín chülâk i víka mu:

- Ey Nasradín, kaná práysh;

- Séchem darvá.

- Che da kak óti itîy tï? Sha da pánnish.

- Óti si tï at góre i adól sechésh?

- A néma, víka, da pánnom.

Chülâkon si zamína. I tóy seché atsé “Zhuk” na zemôno as vórhane as darvóno. I tóy so nafîrkava nachîi da stíga chülâkane i víka:

- Ey, ey, vórniso.

- Kaná ye? víka.

- Tï mádenkï znósh ya ta she pánnom, znosh li báre kugá she si úmrom?

- Che kak da ne znom?

- Che kázhi mi báre.

- Ídi tóvari magáreno mókra pâska ad rákono i ískaray go na mesegún, na ennó barchíno i kats kerétno pórtsne bróy go za inélkos déne sha si umrésh, víka.

- Tamám, víka.

I Nasradín hója hódi taváre magáreno pâska i vaz nazí na góre i kats kerét na pórtsne tóy go brayí. I magáreno pórtsnava kïrk kerét.    I tóy durgá da so paminót kîrkno gün práy si hazirlîka. Iskapáva si gróbane. I kugána so navórsovot denéne tóy hóy lâga faf gróbyeno sha si mre sána.    Akshámlayn, agî so stemnâva  chûva nókana tïtîrka ídot árabïne as devéne kanána so kárali kárali stómni, vódo i bríkove pat gróbyeno so pamínali.  Nasradin so ye naníknal da vídi kaná stánava i upláshava devéne i to so pláhnavot i  raspadrîpkalïso so itám na dol i hïhîrnalï so i bríkovene i stóvnine rasbívot gi.

 I tíye go fátot devejíene ta mo dávot annó sópo. I Nasradín si hóy na mahalóno. I tíye go pîtot:

- Da, Nasradín ne li si ti umré? Kaná báre íma pa drúgono dünyó?

- A bä, at devejísko sópo,. drúgo néma níkakna.

 

Ο Νασρεντίν Χότζας έκοβε δέντρο

 

Ο Νασρεντίν Χότζας είχε ανέβει σε ένα δένδρο με ένα τσεκούρι. Ανέβηκε στην κορυφή και έκοβε τον κορμό. Όπως έκοβε πέρασε ένας άνθρωπος και του λέει:

- Έη Νασρεντίν, τι κάνεις;

- Κόβω ξύλα.

- Και καλά γιατί εσύ έτσι; Θα πέσεις;

- Γιατί εσύ είσαι επάνω ενώ κόβεις κάτω;

- Α όχι, λέει, δε θα πέσω.

Ο άνθρωπος τον προσπέρασε. Κι αυτός συνεχίζει να κόβει και ξαφνικά «ντουπ» στο χώμα μαζί με τις κορφές και το ξύλο. Κι αυτός έτρεξε πιο πέρα να προφτάσει τον άνθρωπο και του λέει:

- Εη, έη γύρνα πίσω.

- Τι συμβαίνει, λέει.

- Εσύ εφόσον ήξερες ότι θα πέσω, ξέρεις μήπως και πότε θα πεθάνω;

- Και πώς δεν ξέρω;

- Τότε πες μου.

- Πήγαινε φόρτωσε το γάιδαρο με βρεγμένη άμμο από το ποτάμι και βγάλτο στη ράχη, σε ένα βουνό και όσες φορές κλάσει μέτρα τις και σε τόσες μέρες θα πεθάνεις, λέει.

- Εντάξει, λέει.

Και ο Νασραντίν χότζας πήγε και φόρτωσε το γαϊδούρι με άμμο και από εκεί και πάνω όσες φορές έκλανε αυτός τις μετρούσε. Και το γαϊδούρι έκλασε  σαράντα φορές. Κι αυτός μέχρι να περάσουν οι σαράντα μέρες έκανε προετοιμασίες. Έσκαψε τον τάφο του.  Και όταν πλησίαζαν οι μέρες αυτός πάει και ξαπλώνει στον τάφο για να πεθάνει.  Το βράδι, μόλις σουρούπωσε άκουσε κάτι θορύβους που έρχονταν από κάρα με καμήλες, τα οποία περνούσαν κάτω από το νεκροταφείο κουβαλώντας στάμνες, νερό και διάφορα αγγεία. Ο Νασρεντίν πρόβαλε για να δει  τι γίνεται και τρόμαξε τις καμήλες. Kαι αυτές πανικοβλήθηκαν κι άρχισαν να χοροπηδάνε προς τα κάτω και σπάσανε τις στάμνες και τα αγγεία.

   Και τον πιάσανε οι καμηλιέρηδες και τον ξυλοκόπησαν. Και ο Νασραντίν πήγε στο χωριό του. Kαι αυτοί τον ρωτάνε:

- Καλά Νασραντίν, δεν πέθανες εσύ; Πές μας, τότε, τι έχει στον άλλο κόσμο;

 

- Α βρε, εκτός από ξύλο καμηλιέρηδων, δεν έχει τίποτα άλλο.

Τελευταία τροποποίηση στιςΤετάρτη, 14 Οκτώβριος 2015 00:01
Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Parátkana lélä i húbavo mómo Ζhábinkana »